ἀπόστολος

ὁ ἀπόστολος посланец, апостол

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀπόστολος" в других словарях:

  • Απόστολος — ο Апостол – 1) один из двенадцати учеников Христа: ο Απόστολος Πέτρος Апостол Петр; 2) богослужебная книга, которая содержит Апостольские Послания и Деяния Апостолов; 3) мужское имя Этим. < дргр αποστέλλω «отправлять, посылать». Первоначальное …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀπόστολος — messenger masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απόστολος — Όνομα τριών μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 1. Α. Παπακωνσταντίνου,(Αλμυρός Βόλου 1924 –). Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου. Σπούδασε στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1950 χειροτονήθηκε …   Dictionary of Greek

  • απόστολος — ο 1. καθένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού. 2. εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει περικοπές από τις Πράξεις και τις Επιστολές των Αποστόλων, καθώς και η περικοπή που κάθε φορά διαβάζεται: Κάθε Κυριακή τον Απόστολο τον διαβάζει ο δάσκαλος. 3 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απόστολος — [апостолос] ουσ. α …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Κακλαμάνης, Απόστολος — (Καρυά Λευκάδας 1936 –).Νομικός και πολιτικός. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος. Το 1964 διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου). Επί δικτατορίας… …   Dictionary of Greek

  • Μελαχρινός, Απόστολος — (Βραΐλα Ρουμανίας 1883 – Αθήνα 1952). Ποιητής. Έζησε έως το 1922 στην Κωνσταντινούπολη, όπου ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστή. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου άνοιξε τυπογραφείο. Πρωτοεμφανίστηκε στον χώρο της συγγραφής το 1905 με τη συλλογή Ο… …   Dictionary of Greek

  • Αρβανιτόπουλος, Απόστολος — (1874 – 1942).Φιλόλογος και αρχαιολόγος. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στην Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία, και το 1899 έγινε διδάκτορας στο πανεπιστήμιο της Ρώμης. Αρχικά εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, το 1908… …   Dictionary of Greek

  • Αρσάκης, Απόστολος — (Χοταχόβα Κορυτσάς 1792 – Βουκουρέστι 1874).Εθνικός ευεργέτης, γιατρός και πολιτικός. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο Βουκουρέστι και τη Βιέννη, σπούδασε ιατρική στο Χάλε της Σαξονίας. Το 1813 ανακηρύχθηκε διδάκτορας με τη διατριβή του Περί… …   Dictionary of Greek

  • Βακαλόπουλος, Απόστολος — (Βόλος 1909 –). Ιστορικός και ομότιμος καθηγητής της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σπούδασε κλασική φιλολογία και παιδαγωγική στη φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ. Ειδικεύτηκε στη βυζαντινή και νέα… …   Dictionary of Greek

  • Γεραλής, Απόστολος — (Πλωμάρι Μυτιλήνης 1886 – Αθήνα 1983). Ζωγράφος, αδελφός του Λουκά Γεραλή (βλ. λ.). Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και συνέχισε με υποτροφία στο Παρίσι. Στους πίνακές του απεικονίζονται σκηνές από την καθημερινή ζωή. Έχει επιδράσεις… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.